ΚΥΝΗΓΙ : ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ - ΣΕΒΑΣΜΟΣ- ΑΓΑΠΗ

"...κι' αποδίδεται στον εαυτό του, τέτοιος που ήταν ο άνθρωπος στη χαραυγή του κόσμου:

....Μονοκόματος, Αφρόντιστος, Ίσιος κι' Ελεύθερος..."

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2009

Κώστας Ουράνης, ο Κυνηγός Ποιητής


Ο Κώστας Ουράνης, ποιητής και πεζογράφος, είναι ένας απ' τους πρώτους και τους πιο χαρακτηριστικούς εκπροσώπους της σχολής του νεορομαντισμού. Το πραγματικό του όνομα ήταν Κώστας Νιάρχος ή, όπως το άλλαξε ο ίδιος, Νέαρχος. Γεννήθηκε το 1890 στην Κωνσταντινούπολη. Ο πατέρας του Νικόλαος Νιάρχος καταγόταν από την Κουνουπιά της Κυνουρίας και η μητέρα του Αγγελική Γιαννούση από το Λεωνίδιο. Στο Λεωνίδιο έζησε τα παιδικά του χρόνια και τελείωσε το δημοτικό σχολείο. Στη συνέχεια φοίτησε στο Γυμνάσιο Ναυπλίου, κατόπιν πήγε στην Κωνσταντινούπολη όπου συνέχισε στη Ροβέρτειο Σχολή και στο ιδιωτικό Λύκειο Χατζηχρήστου από όπου και αποφοίτησε. Σε ηλικία 18 χρονών ήρθε στην Αθήνα όπου εργάστηκε για λίγο στην εφημερίδα "Ακρόπολη". Κατόπιν, έφυγε στο εξωτερικό για σπουδές τις οποίες παραμέλησε λόγω της μεγάλης αγάπης του στα ταξίδια.Ενώ βρισκόταν στο Παρίσι, αρρώστησε από φυματίωση και με συμβουλή των γιατρών παρέμεινε δύο χρόνια στο Νταβός της Ελβετίας. Εκεί γνώρισε την Πορτογαλλίδα Μανουέλα Σαντιάγκο και την παντρεύτηκε. Μετά από λίγα χρόνια χώρισε. Στη συνέχεια ξαναπαντρεύτηκε με τη συγγραφέα και κριτικό Ελένη Νεγρεπόντη (γνωστή και με το ψευδώνυμο Άλκης Θρύλος). Το 1920 διορίστηκε γενικός πρόξενος στη Λισσαβώνα και το 1924 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα εξασκώντας τη δημοσιογραφία σαν χρονογράφος, συντάκτης, ανταποκριτής ή έκτακτος απεσταλμένος. Υπήρξε διευθυντής της εφημερίδας "Ελεύθερος Λόγος" και τακτικός συνεργάτης στις εφημερίδες "Ελεύθερος Τύπος", "Ελεύθερον Βήμα" και ταυτόχρονα στον "Εθνικό Kύρηκα" της Αμερικής. Σαν ανταποκριτής και δημοσιογράφος ταξίδεψε σ' όλο τον κόσμο και με αναφορά τα ταξίδια του έγραψε ταξιδιωτικά βιβλία. Παράλληλα αντιμετώπιζε προβλήματα με την μόνιμα κλονισμένη υγεία του. Η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε μετά την κατοχή. Από τότε, χρειάστηκε να νοσηλευθεί κατά καιρούς στο σανατόριο Παπανικολάου, στα Μελίσσια Αττικής. Στο σανατόριο αυτό πέθανε στις 12 Ιουλίου 1953 από καρδιακή προσβολή.
Ο Ουράνης ασχολήθηκε με την ποίηση και με την ταξιδιωτική κυρίως πεζογραφία. Επίσης έγραψε διηγήματα, κριτικές μελέτες, μικρές πρόζες, και δοκίμια, με ξεχωριστή επίδοση σε θέματα των εικαστικών τεχνών. Τέλος ασχολήθηκε με τη μετάφραση ξένων έργων.
Το έργο του Κ. Ουράνη αποτελείται κύρια από τις ποιητικές συλλογές "Σαν όνειρα" (1909), "Spleen" (1912) και "Νοσταλγίες" (1920), την κριτική μελέτη "Κάρολος Μπωντλαίρ" (Αλεξάνδρεια 1918), τα ταξιδιωτικά βιβλία "Sol y Sombra" (1934), "Σινά, το Θεοβάδιστον Όρος" (1944), "Γλαυκοί Δρόμοι" (1947), "Ταξίδια στην Ελλάδα" (1949) και τη μυθιστορηματική βιογραφία "Αχιλλεύς Παράσχος".
Θὰ μπορούσαμε νὰ τὸν ποῦμε ὁ τελευταῖος ρομαντικὸς τῶν Γραμμάτων μας, γράφει ὁ Μιχαὴλ Περάνθης. Γλυστρώντας πάνω ἀπ᾿ τὰ κύματα τῆς λύπης, ποὺ ἦταν ὁλόκληρη ψυχική, ἀντιπαρέρχονταν τὴν καθημερινότητα, ξέφυγε τὴν πεζολογία τῶν πρακτικῶν ἡμερῶν καὶ μετατοπίζονταν σὲ μία περιοχὴ καμωμένη ἀπὸ τὸ δικό του κλίμα, ὅπου ἡ νοσταλγία του εὕρισκε τροφὴ καὶ ἡ θλίψη τοῦ διέξοδο. Ἂν διέφερε σὲ κάτι ἀπὸ τοὺς ρομαντικούς, ἦταν πὼς οἱ μετατοπίσεις, ἡ φυγή του, ὁ ἀποδημητισμός του, δὲν πραγματεύονταν μόνο στὴ φαντασία. Τὰ ζοῦσε, τὸ ταξίδι καὶ τὴν ἀλλαγή. Ἡ φυγὴ γίνονταν πραγματοποιημένο τραγούδι, μιὰ ζῶσα μεταρσίωση ἀνάμεσα στὴν ὀνειροπόληση ποὺ προηγεῖτο καὶ στὴν νοσταλγία ποὺ ἀκολουθοῦσε.
Ο Κώστας Ουράνης ήταν κυνηγός. Ας δούμε πως περιγράφει τον εαυτό του στο πεζογράφημά του με τίτλο:

"Μανία και Χαρά του Κυνηγίου"
Κάθε κυνηγετική περίοδο τα δασαρχεία μας εκδίδουν, όπως διάβασα κάπου, 250000 κυνηγετικές άδειες. Είμαι ένας από τις αυτές τις 250000 κυνηγούς και μπορώ να πω μαζί με τον Ουγκώ ότι "και ένας ακόμα να 'μενε, αυτός θα ήμουν εγώ". Γιατί δεν αγαπώ απλώς το κυνήγι, έχω το πάθος του. Και το πάθος αυτό είναι τόσο περισσότερο δυνατό κι' αποκλειστικό, όσο είναι όψιμο. Με κατάλαβε άξαφνα κι' απροσδόκητα "nel mezzo del camino..." (στη μέση της διαδρομής - φράση δανεισμένη από τη Θεία Κομμωδία του Δάντη) του βίου μου. Δεν λένε ότι τα όψιμα πάθη είναι τα πιό σφοδρά, τα πιό κυριαρχικά;
Ίσαμε πριν από μερικά χρόνια το κυνήγι ήταν ότι μ' ενδιέφερε λιγότερο, σήμερα ότι μ' ενδιαφέρει περισσότερο. Μ' απορρόφησε ολόκληρο. Όπως η Περσεφόνη ζούσε το μισό χρόνο στον Άδη και τον άλλο μισό πάνω στη γη, έτσι κι εγώ αισθάνομαι οτι ζώ όσο κρατάει η κυνηγετική περίοδοςκαι τον άλλο καιρό περιμένω σ' ένα είδος νάρκης, τον ξαναερχομό της.
Δεν κάνω παρά σχέδια κυνηγετικά.
Τα όνειρά μου είναι κυνηγετικά. Να πάω στην Αφρική να σκοτώσω χοντρό κυνήγι ή στο Δέλτα του Δούναβη που είναι η ζούγκλα των υδροβίων πουλιών.
Δεν μετακινούμαι μέσα στην Ελλάδα παρά μόνο για να κυνηγήσω κι' είμαι πρόθυμος να κυνηγήσω οπουδήποτε, μ' οποιονδήποτε και για οσοδήποτε καιρό.
Στο σπίτι μου περιστοιχίζομαι από καταλόγους κυνηγετικούς, δέχομαι κατα προτίμηση κυνηγούς κι' όπως οι μεγάλοι βιομηχανικοί οίκοι έχουν παντού αντιπροσώπείες, έτσι κι' εγώ έχω σε διάφορα μέρη της Ελλάδος τους ανθρώπους μου, που με κρατάνε ενήμερο των τοπικών περασμάτων των αποδημητικών πουλιών, ή που με συνοδεύουν στο κυνήγι του ενδημικού θηράματος και που είναι για μένα ότι ήταν οι κομματάρχες για τους πολιτικούς μας.
Η ιματιοθήκη μου περιλαμβάνει πλήρεις αμφιέσεις για κάθε είδους κυνήγι: κάμπου, βουνού, δασών και βάλτων και για κάθε καιρό, ζέστη, δροσιά, παγωνιά, βροχή. Τα συρτάρια μου είναι γεμάτα φυσίγγια για όλων των ειδών τα θηράματα, επιστημονικά γομωμένα για να έχουν άρτια απόδοση με οποιαδήποτε καιρική συνθήκη.
Κι' όλα αυτά δεν είναι τίποτα!!!
Στο κυνήγι και χάριν του κυνηγίου, εκβιάζω τον εαυτό μου ν' αλλάζει τις πιό βασικές του ιδιότητες:
Εγώ που απεχθάνομαι το περπάτημα, κάνω αγόγγυστα, αν και με τη γλώσσα κρεμμασμένη έξω, τις επίπονες και πολύωρες πεζοπορείες που απαιτεί. Εγώ που έχω το φόβο των μικροβίων, έχω πιεί νερά κι' έχω φάει πράγματα πλέον ύποπτης καθαριότητας. Εγώ που αγαπώ τις ανέσεις μου, κλείνω τα μάτια σ' όλες τις ταλαιπωρίες του κυνηγίου: στην αφόρητη ζέστη που μεταβάλει τα σωθικά σε αναμένο καμίνι, στο τουρτούρισμα της πρωινής παγωνιάς, στην ακαθαρισία του σώματος, στα ζωίφια κι' άντεξα κάποτε να μείνω δέκα ολόκληρες μέρες, χειμώνα καιρό, σ' ένα βουνό της Μακεδονίας, μέσα σε μια εγκαταλελειμένη αχυροκαλύβα τσοπάνηδων, περιστοιχισμένος από χωρικούς με τους οποίους συνέτρωγα από τα ίδια πιάτα, ακούγοντας τα ποντίκια να τραγανίζουν τα τρόφιμά μας δέκα πόντους μακριά από το κεφάλι μου, κοιμόμουν στο χώμα και ασφυκτιώντας από τον πυκνό καπνό της πελώριας φωτιάς που διατηρούσαμε αναμένη τη νύχτα στο κέντρο της καλύβας και εν τούτοις ήμουν ευτυχισμένος.

Για την ικανοποίηση του πάθους μου, έχω γυρίσει λίγο πολύ όλη την Ελλάδα, μ' όλα τα μεταφορικά μέσα - από αεροπλάνο μέχρι μουλάρι - και κυνήγησα όλων των ειδών τα θηράματα. Έχω περιέλθει τους γυμνούς Μακεδονίτικους κάμπους για πεδινές πέρδικες, έχω σκαρφαλώσει στα πετρώδη (και τι πετρώδη) βουνά των Κυκλάδων για πετροπέρδικες, έχω κάνει καρτέρι γι' αγριογούρουνα, το χειμώνα, μέσα στα δασώδη υψώματα του Καμπιρλί αγνάντια στο χιονισμένο Μπέλλες, έχω τσαλαβουτήσει για μπεκατσίνια στους βάλτους της Ράχης, έχω αντικρύσει κοπάδια λύκων στο Γαλλικό ποταμό, πήγα για πάπιες από τη Στυμφαλία έως τη Χαλκιδική, κυνήγησα νύχτα αγριοπερίστερα, μπαίνοντας στις θαλάσσιες σπηλιές τους με βάρκα και με πυροφάνι, βρέθηκα στα περάσματα των τρυγονιών στην Τήνο και των ορτυκιών στη Μυτιλήνη και πήγα για λαγούς στην Ήπειρο.
Όταν απέκτησα ένα σκυλί που συνδυάζει τα τελειότερα φυσικά χαρίσματα με την τελειότερη εκγύμναση, χάρηκα περισσότερο παρά οποιαδήποτε ερωτική μου κατάκτηση κι' ένοιωσα περισσότερη υπερηφάνεια όταν σκότωσα ένα αγριογούρουνο, παρ' όση για το ωραιότερό μου ποίημα...Είμαι όπως βλέπετε ένας από τους πιό μανιώδεις Νεμρώδ της Ελλάδας. Είμαι κι' ένας από τους καλύτερους;;;
...Εγώ ομολογώ με ειλικρίνεια ότι είμαι ένας πολύ μέτριος κυνηγός. Όταν βλέπω ένα λαγό ή ένα πουλί να πέφτει από τα σκάγια μου, αισθάνομαι τόση χαρά, όση και...έκπληξη. Και δεν έχω ακόμα αποβάλει εντελώς τη συνήθεια να κοιτάζω γύρω μου, για να βεβαιωθώ ότι είμαι μόνος κι' ότι το θήραμα που έπεσε δεν έπεσε από κανενός άλλου κυνηγού την τουφεκιά. Μολονότι έχω πάει παντού όπου βρίσκεται το περισσότερο θήραμα, ποτέ μου δεν σκότωσα σε μια ημέρα, περισσότερους από δυό λαγούς, ή από τέσσερις πέρδικες, ή από έξι τρυγόνια ή από δέκα ορτύκια κι΄ένας θεός ξέρει πόσα φυσίγγια έχω κάψει. Εξακολουθώ όμως να κυνηγώ με την ίδια φιλοσοφική διάθεση, που ο Καντίνι του Βολταίρου καλλιεργούσε τον κήπο του, γιατί η χαρά και η συγκίνηση του κυνηγίου δεν περιορίζεται σ' ότι κανείς σκοτώνει!!!
Όσοι δεν κυνηγούν δεν ξέρουν κι' ούτε μπορούν να διαισθανθούν πως χτυπάει η καρδιά του κυνηγού, όταν το σκυλί του στέκεται σε μια "φέρμα", ή όταν σηκώνει τ' όπλο του σ' ένα κοπάδι πέρδικες, που πετιούνται άξαφνα από μπρός του μ' ένα πολυάριθμο και δυνατό θόρυβο φτερών, με πόσο συγκεντρωμένο και αμείωτο ενδιαφέρον πεζοπορεί ώρες ολόκληρες σ' αναζήτηση του θηράματος όσο κι' αν αυτό παίζει το παιχνίδι που έπαιξαν οι Ρώσοι στον Μεγάλο Ναπολέοντα κατά την προέλασή του ίσαμε τη Μόσχα, πόσο κατέχεται από την ελπίδα ότι αν απέτυχε σ' αυτό το πουλί, θα πετύχει στο επόμενο που θα του παρουσιαστεί, τι γλυκό που είναι το ψωμοτύρι που τρώει κοντά σε μια πηγή λαλέουσα, ύστερα από ένα εξαντλητικό περπάτημα και πόσο πληρέστερα και βαθύτερα από κάθε άνθρωπο νοιώθει και χαίρεται τη φύση, αυτός που διασχίζει κάμπους, ανεβοκατεβαίνει βουνά, σταματάει σε πανοπτικά σημεία των οριζόντων, μυρίζει θάλασσσα και βραδυάζεται κάτω από βαθειούς έναστρους ουρανούς, μέσα σ' ερημιές όπου κλαυθμηρίζει η κουκουβάγια, κρίζουν οι γρύλλοι και θροϊζουν μυστηριωδώς τα φυλλώματα.
Όλα αυτά βάζουν τον κυνηγό σε μια κατάσταση θείας ευφορίας. Οι πλόκαμοι της καθημερινής ζωής, μιζέριες, εναντιώσεις, φροντίδες, ανησυχίες, ξεσφίγγουν ολότελα και αφήνουν την ψυχή και το πνεύμα ελεύθερα, τα νεύρα του γαληνεύουν όπως κάτω από την επίδραση οπίου κι' αποδίδεται στον εαυτό του τέτοιος που ήταν ο άνθρωπος στη χαραυγή του κόσμου:

Μονοκόματος, αφρόντιστος, ίσιος κι' ελεύθερος.

Θεωρώ το συγκεκριμένο κείμενο ως το μανιφέστο του κυνηγιού, πολύ δε περισσότερο αφού γράφτηκε από έναν άνθρωπο, το ποιητικό έργο του οποίου ξεχειλίζει από θλίψη και ευαισθησία. Παραθέτω ένα από τα πιό γνωστά ποιήματά του:


Γράμμα στὸν ἄνθρωπο τῆς πατρίδας μου

Μὴν μὲ μαρτυρήσεις!
Καὶ προπαντὸς νὰ μὴν τοῦ πεῖς πῶς μ᾿ ἐγκατέλειψεν ἡ ἐλπίδα!
Καθὼς κοιτᾷς τὸν Ταΰγετο, σημείωσε τὰ φαράγγια ποὺ πέρασα.
Καὶ τὶς κορφὲς ποὺ πάτησα.
Καὶ τὰ ἄστρα ποὺ εἶδα.
Πές τους ἀπὸ μένα, πές τους ἀπὸ τὰ δακρυά μου,
ὅτι ἐπιμένω ἀκόμη πὼς ὁ κόσμος εἶναι ὄμορφος!

2 σχόλια:

  1. Δεν ήθελα να επεκτείνω περισσότερο την ανάρτηση για να μην αλλοιώσω με προσωπικά στοιχεία και απόψεις το θέμα. Πιστεύω ότι θα πρέπει να σταθούμε στο πεζογράφημα και να το αναλύσουμε περισσότερο. Όχι βέβαια φιλολογικά αλλά με την ιδιότητα του κυνηγού. Ειδικά θέλω να σταθώ στα σημεία που έχουν bold (δικό μου) στο κείμενο καθώς τα θεωρώ σημεία κλειδιά.
    "...και εν τούτοις ήμουν ευτυχισμένος...": Ο συγγραφέας θεωρεί ότι το συναίσθημα που του δημιουργεί η συγκεκριμένη διαδικασία είναι "ευτυχία", γιατί όπως λέει σε άλλο κείμενό του στο οποίο περιγράφει την συγκεκριμένη κυνηγετική εμπειρία έχει απεκδυθεί το "ελαφρύ βερνίκι του πολιτισμού", έχει αποβάλει τις όποιες διαφορές (κοινωνικές, πολιτιστικές) που έχει με τους συγκυνηγούς του και απολαμβάνει την πρωτόγονη και αληθινή ελευθερία. Η θέση του είναι ανάλογη με την αξιοσύνη του. Δεν υπάρχει άλλο κριτήριο.
    "...Όταν απέκτησα ένα σκυλί...το ωραιότερο ποίημά μου": Το ξύπνημα και η επικράτηση του ενστίκτου, κάνει τον άνθρωπο να θέτει το κυνήγι ως πρώτη προτεραιότητα πάνω απ' όλους τους στόχους και τις ασχολίες του.
    "...γιατί η χαρά και η συγκίνηση του κυνηγίου δεν περιορίζεται σ' ότι κανείς σκοτώνει": Νομίζω ότι η συγκεκριμένη φράση αποτελεί ίσως το πιό σημαντικό στοιχείο του κειμένου. Εδώ ο συγγραφέας έχει χρησιμοποιήσει την υποτιθέμενη κυνηγετική του μετριότητα για να τονίσει την ανάγκη αυτοσυγκράτησης στην κάρπωση. Τον πιστεύετε όταν λέει ότι δεν έχει καταφέρει να χτυπήσει περισσότερα θηράματα; Η πραγματικότητα αποκαλύπτεται συγκρίνοντας τους αριθμούς του συγγραφέα με τα νόμιμα όρια κάρπωσης που προβλέπει ο νόμος. Σκεφθείτε ο συγγραφέας κυνηγά σε εποχές απίστευτης θηραματικής αφθονίας και εν τούτοις θέλει να τονίσει ότι δεν είναι για χόρταση το θήραμα, αλλά άλλα πράγματα είναι που μας κάνουν ευτυχισμένους στο κυνήγι.
    "...και πόσο πληρέστερα και βαθύτερα από κάθε άνθρωπο νοιώθει και χαίρεται τη φύση": Γιατί ο κυνηγός δεν είναι παρατηρητής!!! Είναι μέρος της αλυσίδας της φύσης και μάλιστα ο πρώτος και τελευταίος κρίκος της. Δεν αποστειρώνει τη φύση, δεν την προσπερνά, τη ζεί και την αισθάνεται.
    "...κι' αποδίδεται στον εαυτό του τέτοιος που ήταν ο άνθρωπος στη χαραυγή του κόσμου": Το κυνήγι λοιπόν είναι εσωτερική διαδικασία και η ωφέλειά του είναι το γαλήνεμα της ψυχής και η επιστροφή στην ανθρώπινη βάση, στη μήτρα της Μεγάλης Μητέρας.
    "Μονοκόματος, αφρόντιστος, ίσιος κι' ελεύθερος": και περήφανος θα έλεγα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Προφανώς λοιπόν ο Ουράνης ήταν βάρβαρος απαίδευτος και δολοφόνος αθώων ζώων, σύμφωνα με τους ορυώμενους οικολόγους του καναπέ και της 40αρας LCD τηλεόρασης μέσα από την οποία βλέπουν τα άγρια ζώα, τις κάμπιες, τα ψάρια και τις παντός είδους μαϊμούδες και ζουν την αποστειρωμένη ζωή τους. Είναι αδύνατο όμως να συζητήσεις με στημένους, δογματικούς και βλάκες έχουν το αήττητο. Τι να τους πείς και τι να καταλάβουν; Ας μείνουν με τις...αποδράσεις τους και με τη γελοιότητα της ζωής τους!!!
    Προφανώς επίσης, για τους μαζέτες κάφρους που δυσφημούν την κυνηγετική οικογένεια, ο Ουράνης ήταν ένας ντουφεκαλέυρης που δεν μπορούσε την εποχή που κυνηγούσε να σκοτώσει εκατόμβες θηραμάτων. Ενώ εκείνοι... Αήττητοι κι' αυτοί. Και χειρότεροι γιατί είναι εκεί και δεν έχουν καταλάβει τίποτα!!! Γιατί το μόνο που τους συγκινεί είναι η τσάντα, λες κι' αν δεν γεμίσει δεν έχει νόημα το κυνήγι!!! Κρίμα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή